Τεχνολογίες 3D απεικόνισης (αποτύπωσης/scanning & οπτικοποίησης) στην σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα και διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς

Του Αλέξανδρου Αξιώτη

Οι τεχνολογίες τρισδιάστατης (3D) απεικόνισης, περιλαμβάνοντας τεχνικές αποτύπωσης (scanning, κ.α.) και οπτικοποίησης, έχουν πλέον καθιερωθεί ως βασικά εργαλεία στη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα και στη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς. Μέθοδοι όπως η φωτογραμμετρία, η επίγεια και η από-αέρος σάρωση με λέιζερ (LiDAR), καθώς και οι τεχνικές τρισδιάστατης μοντελοποίησης, προσφέρουν ακρίβεια, ταχύτητα και επαναληψιμότητα στην τεκμηρίωση και ανάλυση αρχαιολογικών χώρων, αντικειμένων και μνημείων. Το άρθρο διερευνά το θεωρητικό και τεχνολογικό υπόβαθρο αυτών των μεθόδων, παρουσιάζει ενδεικτικά παραδείγματα από την ελληνική και διεθνή εμπειρία, και συζητά τον ρόλο τους στην τεκμηρίωση, προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις προκλήσεις και δυνατότητες που ανακύπτουν από τη χρήση 3D τεχνολογιών τόσο στην επιστημονική έρευνα όσο και στην εκπαίδευση, την ερμηνεία και τη παρουσίαση.

Εισαγωγή

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, ιδιαίτερα τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει βρει εφαρμογές και έχει προσδώσει νέα εργαλεία στον χώρο τον επιστημών. Πιο συγκεκριμένα, ο χώρος της αρχαιολογίας, αν και ακόμη βαθιά ριζωμένος στις εγκαθιδρυμένες ερευνητικές μεθόδους του παρελθόντος, ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα έχει αρχίσει να επωφελείται από την εφαρμογή νέων τεχνολογιών, κυρίως για ερευνητικούς σκοπούς αλλά τελευταία και σε ερμηνευτικά πλαίσια [1, 2]. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα δοθεί έμφαση στις τεχνολογίες τρισδιάστατης (3D) «σάρωσης» (scanning), αποτύπωσης (imaging) και οπτικοποίησης (visualization), στις μέχρι τώρα εφαρμογές τους στο αρχαιολογικό συγκείμενο αλλά και στο πως αυτές μπορούν να αναδιαμορφώσουν τους τρόπους που το παρελθόν -και ειδικότερα η πολιτισμική κληρονομιά- μελετάται, καταγράφεται και μπορεί να διαφυλαχθεί (προστασία διττή: συντήρηση υλική και διατήρηση ανεξίτηλη στη μνήμη στο βάθος του χρόνου).

Καθώς ολοένα και περισσότερα γεγονότα απειλούν τον υλικό πολιτισμό (πόλεμος, φυσικές καταστροφές, κλιματική αλλαγή, ανθρώπινη αμέλεια) αλλά και τον άυλο (πολιτικές διαμάχες, μετανάστευση, εκτοπισμός πληθυσμών και πολιτισμική ομογενοποίηση) [3], είναι καθήκον όλων και ιδιαίτερα όσων ασχολούνται με την διαχείριση των πολιτισμικών πόρων και αγαθών να διασώσουν όσα από τα στοιχεία βρίσκονται σε κίνδυνο. Οι μέθοδοι τρισδιάστατης αναπαράστασης αποτελούν ένα ισχυρό όπλο στην προσπάθεια αυτή, καθώς επιτρέπουν την καταγραφή και απεικόνιση χώρων και αντικειμένων πολιτισμικής αξίας (αρχαιολογικοί χώροι και τοποθεσίες, ιερά κτήρια, μνημεία, κειμήλια, κ.α.). Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διατηρηθεί με μετρητική ακρίβεια η μορφή ενός χώρου ή αντικειμένου στο διηνεκές [1].

Τι εννοείται όμως με τους όρους 3D scanning, απεικόνιση και οπτικοποίηση;

Προτού περάσουμε όμως σε περισσότερες λεπτομέρειες, είναι σημαντικό να οριστεί το περιεχόμενο κάποιων βασικών όρων, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρο στην Ελληνική τους μετάφραση και θα βοηθήσουν παράλληλα στην κατανόηση των όσων θα παρουσιαστούν στην συνέχεια.

Η τρισδιάστατη σάρωση (scanning), αποτύπωση και οπτικοποίηση αποτελούν μέρη της διαδικασίας που στην βιβλιογραφία ορίζεται ως «3D Imaging» (απεικόνιση) [4]. Η πρώτη (σάρωση) αναφέρεται στην τεχνολογία που χρησιμοποιείται για την τρισδιάστατη καταγραφή του σχήματος και της εμφάνισης (χρώμα, χαρακτηριστικά) πραγματικών αντικειμένων και τοποθεσιών στον ψηφιακό χώρο, κυρίως με την χρήση διαφόρων ειδών ενεργών αισθητήρων (laser scanners, time-of-flight κάμερες, structured light scanners) [5]. Ο όρος σάρωση -και γενικότερα αποτύπωση- υπονοεί την απουσία επαφής μεταξύ του αισθητήρα και του προς μελέτη αντικειμένου/υποκειμένου [2], άρα μπορεί να γίνει λόγος για μια «μη επεμβατική» (non-invasive) μέθοδο άντλησης δεδομένων. Η 3D σάρωση, μετά από ορισμένες στατικές δοκιμές στο εργαστήριο, έκανε την εμφάνιση της στο πεδίο με φορητό εξοπλισμό (κάμερα απόστασης/range camera[1]) στα μέσα της δεκαετίας του 90’, οδηγώντας στις πρώτες τρισδιάστατες αποτυπώσεις μεγάλων αγαλμάτων, όπως η Pieta του Michelangelo στην Φλωρεντία [2].

Αν και οι δύο όροι συχνά συγχέονται στην βιβλιογραφία, το 3D scanning διαφοροποιείται από την τρισδιάστατη αποτύπωση (στα αγγλικά αποκαλούμενη και ως imaging) κυρίως ως προς το είδος των αισθητήρων που χρησιμοποιούνται και συνεπώς των δεδομένων που προκύπτουν τελικώς. Η τρισδιάστατη αποτύπωση πραγματοποιείται κυρίως με την χρήση φωτογραφικών μηχανών, συστημάτων (παθητικές τεχνικές) και γενικότερα μεθόδων βασισμένων στην εικόνα [5], δίνοντας έμφαση στην μορφή (όγκος, χρώμα) του προς μελέτη αντικειμένου/υποκειμένου, σε αντίθεση με την σάρωση όπου η έμφαση έγκειται στην μετρητική ακρίβεια και την γεωμετρική πιστότητα του αποτελέσματος [4, 5]. Στα αγγλικά ακόμη ο όρος «3D Imaging», που χρησιμοποιείται και για την τρισδιάστατη αποτύπωση με φωτογραφικά μέσα (παθητικούς αισθητήρες), είναι συνυφασμένος με την ευρύτερη έννοια της απεικονιστικής διαδικασίας (αποτύπωση, επεξεργασία, δημιουργία, έκθεση/προβολή) [4], όπως αναφέρεται και στην αρχή της ενότητας. Με αυτή την συγκεντρωτική έννοια, η διαδικασία συναντάται πολλές φορές στην βιβλιογραφία και ως 3D Modelling3D Modeling) [2, 5], κυρίως όμως με έμμεση αναφορά στο κατασκευαστικό στάδιο του μοντέλου.

Ο όρος οπτικοποίηση, στα αγγλικά «visualization», χρησιμοποιείται για να περιγράψει το τελικό στάδιο της διαδικασίας κατασκευής ενός τρισδιάστατου μοντέλου κατά το οποίο το αποτέλεσμα των εργασιών αποτύπωσης και επεξεργασίας των δεδομένων φτάνει στα μάτια του θεατή. Περιλαμβάνει δηλαδή το σύνολο των τεχνικών και των μέσων που χρησιμοποιούνται ώστε το μοντέλο να παρουσιάζεται με τον επιθυμητό τρόπο (συνήθως ρεαλιστικό, ακριβές και αναλυτικό) στον τρισδιάστατο χώρο [1, 6].

Τεχνικές 3D αποτύπωσης

Έχοντας διευκρινίσει το περιεχόμενο ορισμένων όρων-κλειδιά, θα ακολουθήσει μια εισαγωγή στις βασικές μεθοδολογίες και τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην αποτύπωση τρισδιάστατων γραφικών στο πεδίο και ευρύτερα στην αρχαιολογία. Σκοπός είναι η εξοικείωση του αναγνώστη με τις διαφορετικές μεθόδους και η ανάδειξη των δυνατοτήτων τους στην ερευνητική διαδικασία.

Η ψηφιακή δημιουργία τρισδιάστατων αντικειμένων και οικοδομημάτων πραγματοποιείται -κατά γενική ομολογία- με τρεις τρόπους. Ο πρώτος είναι με την βοήθεια «παθητικών» αισθητήρων (passive) και τεχνικών, οι οποίες βασίζονται κυρίως στην φωτογραφία, ενώ ο δεύτερος περιλαμβάνει την συλλογή των δεδομένων με την χρήση «ενεργών» αισθητήρων (active) [5]. Ως «ενεργοί» χαρακτηρίζονται οι αισθητήρες που εκπέμπουν από μόνοι τους ενέργεια (όπως το laser και τα σήματα radar) προς έναν στόχο και μπορούν να υπολογίζουν το ανακλώμενο σήμα έτσι ώστε να αντλούν πληροφορίες από εκείνον. Σε αντίθεση με τους παθητικούς αισθητήρες, οι ενεργοί δεν βασίζονται σε εξωτερικές πηγές φωτός και μπορούν να λειτουργήσουν σε όλες τις συνθήκες φωτισμού [7]. Στην πρώτη περίπτωση (παθητικοί αισθητήρες) υπάγονται τεχνικές και εργαλεία όπως η Φωτογραμμετρία, η Πολυφασματική και Υπερφασματική απεικόνιση [1] ενώ στην δεύτερη (ενεργοί αισθητήρες) μπορούν να ενταχθούν το Laser και το Structured Light Scanning, οι αισθητήρες Time-Of-Flight (LiDAR), κ. α. [3]. Ο τρίτος τρόπος δημιουργίας τρισδιάστατων ψηφιακών μοντέλων περιλαμβάνει τον συνδυασμό των δύο προηγούμενων μεθόδων [5].

Φωτογραμμετρία

Η φωτογραμμετρία είναι μια παθητική τεχνική/μέθοδος η οποία αξιοποιεί αλληλεπικαλυπτόμενες φωτογραφίες για την παραγωγή τρισδιάστατων μοντέλων και φωτογραφικών μωσαϊκών (κατόψεις) ή αλλιώς «ορθοφωτογραφίες», που φέρουν ακριβή και μετρήσιμη πληροφορία [5, 3]. Έκανε τις πρώτες εμφανίσεις της στα μέσα του 19ο αιώνα, αρχικά μέσα από τους πειραματισμούς του Aime Laussedat στην προσπάθειά του να δημιουργήσει τοπογραφικούς χάρτες με τη χρήση φωτογραφιών [8, 1]. Εκτός από «πατέρας» της φωτογραμμετρίας [8], ο Laussedat ήταν από τους πρώτους που πειραματίστηκαν με φωτογραφικές λήψεις από αέρος, το 1858 [1] με την χρήση χαρταετών και αερόστατων θερμού αέρα (μπαλόνι) [8]. Η συμβολή των Theodor Scheimpflug και Carl Pulfrich την ίδια περίπου εποχή ήταν εξίσου καίρια στην διαμόρφωση της φωτογραμμετρίας. Ο πρώτος ανέπτυξε μια τεχνική γνωστή ως «Zonal Rectification», η οποία επέτρεπε την διόρθωση της παραμόρφωσης που δημιουργείται στις φωτογραφίες από την προοπτική. Ο δεύτερος κατασκεύασε το 1902 το πρώτο εργαλείο που επέτρεπε στερεοσκοπική προβολή ανάγλυφων και την διεξαγωγή μετρήσεων ακριβείας από τις προβαλλόμενες εικόνες [1].

Η φωτογραμμετρία θεωρείται η καλύτερη τεχνική στην επεξεργασία φωτογραφικών δεδομένων καθώς μπορεί να παράξει αναλυτική, μετρητική και λεπτομερή τρισδιάστατη πληροφορία σε κάθε λογής κλίμακα εφαρμογής [3]. Η καθιερωμένη μέθοδος της μπορεί να χωριστεί σε τέσσερα βασικά στάδια μέχρι και το σημείο παραγωγής του τελικού τρισδιάστατου μοντέλου. Το πρώτο και πιο βασικό είναι αυτό της λήψης των δεδομένων. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με επίγεια (ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές), είτε με υπέργεια φωτογραφικά μέσα (drones – UAVs, αεροσκάφη, δορυφόροι). Το δεύτερο στάδιο περιλαμβάνει την επεξεργασία των δεδομένων, την αναγνώριση και εξαγωγή των χαρακτηριστικών των απεικονιζόμενων τοπίων, κατασκευών και αντικειμένων, με σκοπό να καταλήξει στην δημιουργία ενός -όσο το δυνατόν πυκνότερου- «νέφους σημείων» (point cloud)[2] [3]. Το τρίτο στάδιο αφορά την διαδικασία της κατασκευής του τρισδιάστατου μοντέλου και της «χαρτογράφησης» (mapping) των υφών ενώ το τέταρτο περιλαμβάνει όλες τις εργασίες που στοχεύουν στην τελική παρουσίαση και οπτικοποίηση του μοντέλου [3]. Όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, η φωτογραμμετρία εξαρτάται πολύ από το εύρος και τις δυνατότητες των διαθέσιμων μέσων αποτύπωσης αλλά και των λογισμικών ανάλυσης και επεξεργασίας των δεδομένων. Η υπολογιστική ισχύς καθώς και η ορθή κατάρτιση στο υλικολογισμικό και την μεθοδολογία είναι προαπαιτούμενα για την διεξαγωγή επιστημονικά ορθών συμπερασμάτων.

Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα από το 2005 και εξής [1], η χρήση της φωτογραμμετρίας σε αρχαιολογικά συγκείμενα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ανοδική πορεία. Αυτό οφείλεται κυρίως στην εξέλιξη των αισθητήρων, των υπολογιστικών συστημάτων αλλά και των διαθέσιμων μέσων. Πιο συγκεκριμένα, η ραγδαία ανάπτυξη των μη-επανδρωμένων αεροχημάτων (UAV) την τελευταία δεκαετία, σε συνδυασμό με αυτή των φωτογραφικών αισθητήρων, επέτρεψε την γρήγορη και σε σχετικά χαμηλό κόστος αποτύπωση μεγάλων εκτάσεων γης από αέρος [1]. Περισσότερα όμως για τις χρήσεις της φωτογραμμετρίας στην αρχαιολογία θα συζητηθούν στη συνέχεια.


[1] Συσκευή η οποία αποτυπώνει πληροφορία βάθους (δεδομένα απόστασης) σε μία σκηνή, συνήθως μετρώντας την απόσταση από την κάμερα μέχρι την επιφάνεια των προβαλλόμενων αντικειμένων.

[2] Σύνολα σημείων στον τρισδιάστατο χώρο, τα οποία αναπαριστούν το σχήμα και την επιφάνεια φυσικών αντικειμένων.

Laser Scanning

Το laser scanning είναι μια τεχνολογία τρισδιάστατης αποτύπωσης δεδομένων, η οποία αξιοποιεί ακτίνες laser (ενεργούς αισθητήρες) για την ακριβή μέτρηση και καταγραφή του σχήματος, του μεγέθους και της χωρικής θέσης αντικειμένων και περιβαλλόντων. Με την μέτρηση του χρόνου κίνησης της ακτίνας, τα εργαλεία laser scanning μπορούν να παράξουν αναλυτικά νέφη σημείων (point clouds), που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ψηφιακών μοντέλων επιφανειών, τοπίων, κτηρίων, τέχνεργων και άλλων αντικειμένων [3]. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα στην χρήση των μέσων που χρησιμοποιούν αισθητήρες laser έγκειται στην υψηλή ακρίβεια καθώς και στον μεγάλο όγκο των παραγόμενων μετρητικών δεδομένων. Ενώ όμως τα αποτελέσματα των μεθόδων σάρωσης με laser είναι αξιόπιστα και αντικειμενικά, το κόστος και οι δυσκολίες στην αυτονομία και την φορητότητα των μέσων σάρωσης είναι ακόμη υψηλά [9].

Από τις αρχές περίπου του 21ου αιώνα οι τεχνικές laser scanning έκαναν την εμφάνιση τους στην αρχαιολογία και την διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς [10], όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από την ανάλυση που πραγματοποίησε η ομάδα του Wessex Archaeology & Archaeoptics το 2002 επάνω σε σκαλίσματα της Εποχής του Χαλκού στο Stonehenge [11]. Καθώς οι συσκευές καταγραφής ξεκίνησαν να γίνονται πιο φορητές και ακριβείς στην αποτύπωση των πληροφοριών [12], οι τεχνικές σάρωσης με laser στο πεδίο άρχισαν να διαδίδονται περισσότερο, αλλάζοντας δραματικά την διερεύνηση και καταγραφή αρχαίων πολιτισμικών τοπίων με την αποκάλυψη μνημειακών αρχιτεκτονημάτων και οικιστικών συγκροτημάτων [10]. Οι πρώτες εφαρμογές σάρωσης με laser ήταν κυρίως με επίγεια μέσα, γνωστό και ως Terrestrial Laser Scanner (TLS). Αργότερα όμως, και ιδιαίτερα από το 2010 και έπειτα, τα ποσοστά ερευνών με ενσωματωμένους αισθητήρες laser (όπως το LiDAR) σε μη-επανδρωμένα αεροχήματα (UAV) εκτοξεύθηκαν εκθετικά [10]. Έτσι ανοίχτηκε ο δρόμος για νέες εφαρμογές χαρτογράφησης και τρισδιάστατης αποτύπωσης, ιδιαίτερα σχετικά με τα αρχαιολογικά δεδομένα.

Χρήσεις στην Αρχαιολογία

Πως όμως αυτές οι τεχνικές έχουν εφαρμοστεί και συνεχίζουν να εφαρμόζονται πρακτικά στην αρχαιολογία; Η συνηθέστερη ίσως χρήση των μεθόδων τρισδιάστατης απεικόνισης σε αρχαιολογικά συγκείμενα είναι για καταγραφή, αποτύπωση και χαρτογράφηση των περιοχών που διερευνώνται. Στα πλαίσια μίας ανασκαφής, ορθοφωτογραφίες μπορούν να λαμβάνονται καθημερινά ή κατά την ολοκλήρωση μιας στρωματογραφικής ενότητας για την παρακολούθηση της εξέλιξης των εργασιών και την καταγραφή των διαφορετικών, αλλεπάλληλων στρωμάτων. Καθώς η ανασκαφή πρόκειται για μια καταστρεπτική διαδικασία, είναι σημαντικό το υλικό που έχει αφαιρεθεί να είναι ορθά καταγεγραμμένο και τεκμηριωμένο. Οι ορθοφωτογραφίες, η λήψη των οποίων μπορεί να γίνει με drone ή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, είναι μία άμεση και χαμηλού κόστους λύση για την διατήρηση δεδομένων στα οποία δεν υπάρχει πια φυσική πρόσβαση. Παράλληλα, μετρήσιμα μοντέλα και χάρτες ολόκληρης της περιοχής προς διερεύνηση μπορούν να παραχθούν με τα ίδια ακριβώς εργαλεία [3]. Με την χρήση εναέριου LiDAR[1] (προσαρμοσμένο επάνω σε κάποιο μη-επανδρωμένο αερόχημα) γίνεται δυνατή η ακριβής χαρτογράφηση σχεδόν οποιουδήποτε ανάγλυφου. Συγκεκριμένα, ο ενεργός αυτός αισθητήρας μπορεί να διεισδύσει το φύλλωμα της βλάστησης και να αποτυπώσει με πολύ μεγάλη ακρίβεια την υποκείμενη γεωμορφολογία, παράγοντας έτσι αναλυτικά μοντέλα εδάφους [10]. Αν και προς το παρόν πρόκειται για μια αρκετά ακριβή μέθοδο, δίνει την δυνατότητα χαρτογράφησης δύσβατων περιοχών και διερεύνησης πιθανών σημείων ενδιαφέροντος από απόσταση και χωρίς μεγάλο κίνδυνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτελεσματικότητας αυτής της μεθόδου  αποτελούν τα μεγάλα συγκροτήματα ναών και οι αστικοί οικισμοί που αποκαλύφθηκαν στην Μεσοαμερική και την νοτιοανατολική Ασία [10].

Η δεύτερη ίσως πιο συχνή χρήση των μεθόδων τρισδιάστατης απεικόνισης είναι στην αποτύπωση τέχνεργων και κατασκευών και την παραγωγή αναλυτικών ψηφιακών αντιγράφων [1, 3]. Η διαδικασία αυτή, εκτός του ότι διατηρεί την πληροφορία στο διηνεκές, επιτρέπει την λεπτομερή εξέταση των διαφορετικών συνιστωσών ενός τέχνεργου από απόσταση, μειώνοντας την πιθανότητα ατυχημάτων εφόσον ο παράγοντας της φυσικής επαφής εκλείπει. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν γίνεται λόγος για ευρήματα μεγάλης αξίας, ευθραυστότητας ή με δυσκολία στην μετακίνηση. Έτσι, η μελέτη του υλικού παίρνει νέα «σχήματα και διαστάσεις» καθώς μπορεί να διεξαχθεί ευκολότερα ενώ παράλληλα μπορεί να ανοιχθεί σε μεγαλύτερο κοινό. Τα μοντέλα αυτά μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν σε εκπαιδευτικές πρακτικές, ειδικά μέσω της χρήσης 3D εκτυπωτών για την παραγωγή πιστών αντιγράφων [6], φέρνοντας το κοινό σε άμεση επαφή με το αντικείμενο, το υλικό και τις ιδιότητές του. Το άρθρο της Ashley Mccuistion [6] σχετικά με την διάδοση της πολιτισμικής κληρονομιάς μέσα από τις εκπαιδευτικές ιδιότητες των τεχνολογιών 3D scanning, αναφέρεται ειδικά σε αυτό το κομμάτι.

Τα τρισδιάστατα μοντέλα μπορούν ακόμη να αποτελέσουν μια βάση για πειραματική αρχαιολογία, συντήρηση, προτάσεις αποκατάστασης και ανακατασκευής. Πιο συγκεκριμένα, η ακριβής αποτύπωση της σωζόμενης κατάστασης ενός τέχνεργου ή μνημείου, επιτρέπει την δημιουργία μοντέλων προσομοίωσης για την διερεύνηση των κινδύνων που απειλούν δυνητικά την κατασκευή. Ο έλεγχος της στατικότητας και της διάβρωσης της επιφάνειας του μνημείου, η αναζήτηση δευτερογενών επεμβάσεων σε μια κατασκευή, είναι μόλις μερικοί από τους ελέγχους που μπορούν να πραγματοποιηθούν με αυτό τον τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να γίνουν δυνητικές προτάσεις αποκατάστασης ή ανακατασκευής και να ελεγχθεί η εγκυρότητα τους πριν από την οποιαδήποτε φυσική παρέμβαση στο προς μελέτη αντικείμενο [3].

Συμπεράσματα & Σκέψεις για το Μέλλον

Με την καθημερινή εξέλιξη της τεχνολογίας (αισθητήρες, δίκτυα και συστήματα επεξεργασίας) είναι δεδομένο πως οι εφαρμογές τρισδιάστατης απεικόνισης θα γίνονται ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της πραγματικότητάς μας. Μπορεί οι μέρες που οι φωτογραφικές μηχανές προσαρμόζονταν σε μπαλόνια ή χαρταετούς με σκοπό την αποτύπωση ευρύτερων περιοχών και αρχαιολογικών χώρων να μην είναι και πολύ μακρινές [1], με βεβαιότητα όμως ανήκουν στο παρελθόν. Αντίθετα, τα ορθοφωτομωσαϊκά από τα σύγχρονα δορυφορικά συστήματα μεταφέρουν πληροφορίες που πλέον επιβάλλεται να απασχολούν και την αρχαιολογική διασκόπηση [1].

Είναι σίγουρα δύσκολο και ρηξικέλευθο, ιδιαίτερα για τις παλαιότερες γενιές αρχαιολόγων, να αφουγκραστεί πλήρως η δυναμική που οι τεχνολογίες τρισδιάστατης απεικόνισης μπορούν να προσδώσουν στην αρχαιολογία/επιστήμη συνολικά. Πάραυτα, η αυξανόμενη εφαρμογή τους εντός και εκτός πεδίου αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο καταγράφουμε, μελετάμε και μπορούμε να διαφυλάξουμε την αρχαιολογική γνώση και την πολιτισμική μας κληρονομιά.

Οι τεχνικές 3D scanning μπορούν ακόμη να ενισχύσουν την διάδοση του υλικού πολιτισμού, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και το ευρύ κοινό, με την συμπερίληψη του δεύτερου σε μια ανοιχτή, διαδραστική εμπειρία, όπως για παράδειγμα τα open access τρισδιάστατα μοντέλα, αποθετήρια και περιηγήσεις.

Ίσως το κόστος [5] και η απαιτούμενη κατάρτιση στην χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών να αποτελεί ακόμη ανασταλτικό παράγοντα για κάποιους στην επιλογή τους. Παρόλα αυτά, τα νέα υπολογιστικά συστήματα και λογισμικά έρχονται για να δώσουν λύσεις στο πρόβλημα [1], απλοποιώντας τις διαδικασίες και διευκολύνοντας την χρήση των μέσων αποτύπωσης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι αναγκαία η καθιέρωση ενός τυποποιημένου «λεξιλογίου» αλλά και πλαισίου χρήσης αυτών των εφαρμογών, αφού -όπως έγινε ήδη αντιληπτό- δεν αποτελούν «απλά» εργαλεία αποτύπωσης αλλά δίοδο για το μέλλον.


[1] Light detection and ranging.

1] Marín-Buzón, C., Pérez-Romero, A., López-Castro, J. L., Ben Jerbania, I., & Manzano-Agugliaro, F. (2021). Photogrammetry as a New Scientific Tool in Archaeology: Worldwide Research Trends. Sustainability13(9), 5319. https://doi.org/10.3390/su13095319

[2]Guidi, G., Beraldin, J. A., & Atzeni, C. (2004). High-accuracy 3D modeling of cultural heritage: The digitizing of Donatello’s Maddalena. IEEE Transactions on Image Processing, 13(3), 370–380. https://doi.org/10.1109/TIP.2004.823865

[3] Remondino, F. (2011). Heritage recording and 3D modeling with photogrammetry and 3D scanning. Remote Sensing, 3(6), 1104–1138. https://doi.org/10.3390/rs3061104

[4] Kantaros, A., Douros, P., Soulis, E., Brachos, K., Ganetsos, T., Peppa, E., Manta, E., & Alysandratou, E. (2025). 3D Imaging and Additive Manufacturing for Original Artifact Preservation Purposes: A Case Study from the Archaeological Museum of Alexandroupolis. Heritage8(2), 80. https://doi.org/10.3390/heritage8020080

[5] Gonizzi Barsanti, S., Remondino, F., & Visintini, D. (2012). Photogrammetry and laser scanning for archaeological site 3D modeling – Some critical issues. CEUR Workshop Proceedings, 948, B1–B10.

[6] McCuistion, A. (2013). Promoting the Past: The Educational Applications of 3D Scanning Technology in Archaeology. Journal of Middle Atlantic Archaeology, 29, 35–42.

[7] Campbell, J. B., & Wynne, R. H. (2011). Introduction to remote sensing (5th ed.). Guilford Press.

[8] “Laussedat, Aimé.” Complete Dictionary of Scientific Biography. Retrieved June 27, 2025 from Encyclopedia.com: https://www.encyclopedia.com/science/dictionaries-thesauruses-pictures-and-press-releases/laussedat-aime

[9] Pavlidis, G., Koutsoudis, A., Arnaoutoglou, F., Tsioukas, V., & Chamzas, C. (2007). Methods for 3D digitization of Cultural Heritage. Journal of Cultural Heritage, 8(1), 93–98. https://doi.org/10.1016/j.culher.2006.10.007

[10] Vinci, G., Vanzani, F., Fontana, A., & Campana, S. (2024). LiDAR applications in archaeology: A systematic review. Archaeological Prospection, 1–21. https://doi.org/10.1002/arp.1931

[11] Goskar, T. (2003, November). The Stonehenge Laser Show. British Archaeology.

[12] Nelson, R., Parker, G., & Hom, M. (2003). A portable airborne laser system for forest inventory. Photogrammetric Engineering & Remote Sensing, 69(3), 267–273. https://doi.org/10.14358/PERS.69.3.267