Digital Twins στην Πολιτιστική Κληρονομιά:Κριτική Αποτίμηση Τεχνολογιών και Μελετών Περίπτωσης

Του Δημήτρη Θεοχάρους

Η πολιτιστική κληρονομιά, είτε αυτή είναι υλική, είτε άυλη, αποτελεί σίγουρα έναν από τους θεμελιώδεις άξονες ταυτότητας, μνήμης και συλλογικής συνείδησης. Η διαφύλαξη, η μελέτη και η ανάδειξή της ξεκίνησε από το παρελθόν και ως λογικό επακόλουθο, σήμερα εντάσσεται σε ένα νέο τεχνολογικό και κοινωνικό πλαίσιο, όπου οι ραγδαία αναδυόμενες ψηφιακές τεχνολογίες επανακαθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και αλληλεπιδρά με την πολιτιστική εμπειρία. Στο χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς και ιδιαίτερα των ανθρωπιστικών επιστημών, όπως για παράδειγμα στην αρχαιολογία, τεχνολογίες όπως η τρισδιάστατη απεικόνιση, η εικονική πραγματικότητα και η τεχνητή νοημοσύνη, έχουν τα τελευταία χρόνια ξεκινήσει να εφαρμόζονται, διευκολύνοντας τη συντήρηση μνημείων, καταλοίπων και ευρημάτων, αλλά και βοηθώντας σε μεγάλο βαθμό την ανάδειξή τους σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Στην εποχή της ψηφιοποίησης των ανθρωπιστικών επιστημών, η τεχνολογία των ψηφιακών διδύμων ή digital twins όπως είναι ευρέως γνωστά, αναδύεται ως μια από τις πλέον καινοτόμες και υποσχόμενες εφαρμογές στον χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχικά, διευκρινίζοντας τον όρο digital twin, αναφέρεται συγκεκριμένα στη δημιουργία μιας ψηφιακής αναπαράστασης ενός φυσικού αντικειμένου ή συμπλέγματος, που συνδέεται με αυτό μέσω αμφίδρομης ροής δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Αν και η έννοια αυτή γεννήθηκε αρχικά στο πλαίσιο της βιομηχανίας και της μηχανικής παραγωγής [1], σταδιακά έχει επεκταθεί σε περισσότερα πεδία, όπως οι “έξυπνες” πόλεις, η υγειονομική περίθαλψη και φυσικά η πολιτιστική διαχείριση.

Στην περίπτωση λοιπόν, του πολιτισμού και δη των αρχαιοτήτων, τα digital twins επιτρέπουν την ακριβή τεκμηρίωση, την παρακολούθηση της κατάστασης διατήρησης, τη δημιουργία διαδραστικών εμπειριών για το κοινό, αλλά και την υποστήριξη της λήψης αποφάσεων για τη συντήρηση[2]. Η αξιοποίηση δεδομένων από αισθητήρες IoT[1], τεχνικών φωτογραμμετρίας, γεωχωρικής ανάλυσης και μηχανικής μάθησης, καθιστά δυνατή την ανάπτυξη ευφυών ψηφιακών αναπαραστάσεων, όχι στατικών, αλλά που εξελίσσονται δυναμικά σε συνάρτηση με το πραγματικό τους “δίδυμο”.

Η παρούσα εργασία επιδιώκει να εξετάσει την εφαρμογή της τεχνολογίας των digital twins στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσω κριτικής σκοπιάς. Αξιοποιώντας επιλεγμένη βιβλιογραφία, αναλύονται ενδεικτικά έργα και μελέτες που υλοποιήθηκαν ή βρίσκονται σε εξέλιξη, με στόχο την ανάδειξη των δυνατοτήτων, των περιορισμών και των προοπτικών αυτής της νέας τεχνολογίας [3]. Η σύνθεση αυτή επιτρέπει την αξιολόγηση, τόσο της αποτελεσματικότητας των digital twins, όσο και της πολιτισμικής σημασίας τους.


[1] Η τεχνολογία του Internet of Things (IoT), επιτρέπει μόνιμη συλλογή δεδομένων από αισθητήρες εγκατεστημένους σε μνημεία, χώρους ή αντικείμενα του πολιτιστικού περιβάλλοντος, με σκοπό την παρακολούθηση της κατάστασης διατήρησης, του μικροκλίματος ή της χρήσης από το κοινό. Αυτά τα δεδομένα διαβιβάζονται σε πραγματικό ή σχεδόν πραγματικό χρόνο προς το ψηφιακό δίδυμο, επιτρέποντας την προσαρμοστική απεικόνιση και τη λήψη αποφάσεων.

Αναλύοντας περισσότερο την έννοια του digital twin, σημειώνεται πως παρά τις κάποιες φαινομενικές κοινές ιδιότητες, δεν είναι απλώς μία τρισδιάστατη ψηφιακή αναπαράσταση ενός αντικειμένου ή χώρου, αλλά ένα σύστημα συνεχούς σύνδεσης και ανταλλαγής δεδομένων ανάμεσα σε ένα φυσικό και ένα ψηφιακό στοιχείο. Πρόκειται ακριβώς, για μια εξελιγμένη μορφή ψηφιακού ομοιώματος το οποίο, σε αντίθεση με τις στατικές 3D αναπαραστάσεις, χαρακτηρίζεται από δυναμικότητα και λειτουργικότητα [4].

Το πρώτο θεωρητικό πλαίσιο της έννοιας όπως έχει ήδη τονιστεί, προήλθε από τον τομέα της βιομηχανίας, όπου τα digital twins αναπτύχθηκα προς υποστήριξη της βελτιστοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών, της συντήρησης του εξοπλισμού, αλλά και της προσομοίωσης συστημάτων μέσω χρήσης αισθητήρων IoT και αλγορίθμων [5]. Μεταγενέστερα, ο όρος διευρύνθηκε ώστε να περιλαμβάνει συστήματα που αφορούν ανθρώπινες δραστηριότητες, χώρους, οργανισμούς και την πολιτιστική κληρονομιά, όπου εκεί συνοδεύτηκε από θεωρητικές και τεχνικές προσαρμογές.

Η πολιτιστική αξία δεν περιορίζεται μόνο στη μορφή, ενός διατηρητέου κτηρίου για παράδειγμα, αλλά και στην ιστορική και κοινωνική αξία του, καθώς και στη σχέση του με τον περιβάλλοντα χώρο, άρα η μεταφορά της τεχνολογίας των digital twins στον συγκεκριμένο τομέα οφείλει να συνδυάζει την ακριβή γεωμετρική τεκμηρίωση, συστήματα παρακολούθησης κατάστασης, όπως οι αισθητήρες υγρασίας, ρωγμών, φωτεινότητας και μηχανισμούς επικοινωνίας με το κοινό, μέσα από VR/AR περιβάλλοντα ή διαδραστικές εφαρμογές [2].

 Η «έξυπνη διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς» (smart heritage management) χρησιμοποιεί αυτές τις τεχνολογίες ως μέσα διαρκούς γνώσης, όχι απλά απεικόνισης, όπου ο χρήστης, είτε αυτός είναι επισκέπτης, είτε επιστήμονας με αποστολή τη μελέτη και συντήρηση του μνημείου, θέτει, έμμεσα ή άμεσα, ερωτήματα στο σύστημα και αποκτά απαντήσεις [3]. Η ανάπτυξη, επομένως, ψηφιακών διδύμων στον χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν συνιστά απλώς τεχνολογική καινοτομία, αλλά επανατοποθετεί τη σχέση μας με την πολιτιστική μνήμη και τη μετάδοσή της στο παρόν και το μέλλον.

 Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί, πως τίθενται κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν την ιδιωτικότητα, τη θεσμική διαχείριση των δεδομένων και την ηθική χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών. Όπως αναδεικνύεται βιβλιογραφικά, με την εφαρμογή των digital twins, ελλοχεύουν κάποιες προκλήσεις που σχετίζονται με την εμπιστοσύνη, τη διαφάνεια και την ασφάλεια, ειδικά σε περιβάλλοντα που συνδυάζουν τεχνολογίες cloud, AI και IoT. Υπάρχει λοιπόν ανάγκη, για ρυθμιστικά πλαίσια, διαφανείς διαδικασίες και τεκμηριωμένη χρήση[5][6].

Συνεχίζοντας, μια ακόμα προσέγγιση σχετικά με τη χρήση digital twin για τη διαχείριση μνημείων, μπορεί να εντοπιστεί στους Sangiorgio κ.α. (2021), οι οποίοι εφαρμόζουν αναλυτικά ιεραρχικά πρότυπα υποστήριξης απόφασης (AHP)[1] για τη διάγνωση και αποτίμηση ιστορικών εκκλησιών [7]. Παράλληλα, η μελέτη των Sammartano κ.α. στην Ιεράπολη [8] αποδεικνύει πώς η χρήση φωτογραμμετρικών τεχνικών με πλάγιες λήψεις και UAVs επιτρέπει τη γρήγορη, ακριβή και υψηλής ποιότητας δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων. Αν και οι μελέτες αυτές δεν σχετίζονται άμεσα με υλοποίηση ψηφιακών διδύμων, είναι ξεκάθαρο πως μπορούν να παρέχουν υπόβαθρο για την ενσωμάτωση μεθοδολογιών σε ένα δίδυμο που όχι μόνο αποτυπώνει, αλλά και προτείνει ενεργά παρεμβάσεις συντήρησης. Η ίδια λογική ισχύει και για το έργο του Spanò [9], όπου περιγράφονται τεχνικές γρήγορης χαρτογράφησης για την ενσωμάτωση αρχαιολογικών χώρων σε συστήματα VR και BIM[2].

Ένα ακόμη ενδιαφέρον επίπεδο ανάλυσης προκύπτει από τη σύνδεση των digital twins με τις πολυμεσικές τεχνολογίες και τα διαδραστικά περιβάλλοντα. Ο El Saddik (2018) επισημαίνει ότι η ουσία των ψηφιακών διδύμων βασίζεται στη σύγκλιση τεχνολογιών όπως η πολυμεσική αναπαράσταση, η αισθητηριακή διεπαφή και η ανάλυση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο [6]. Αυτή η προσέγγιση καθιστά σαφές το προαναφερθέν, ότι δηλαδή ένα digital twin δεν είναι απλώς ένα ψηφιακό αντίγραφο, αλλά μια δυναμική αναπαράσταση με δυνατότητα εμβύθισης, προσαρμογής και επαυξημένης εμπειρίας.Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψιν έρευνες σχετικά με την άμεση φωτογραμμετρική τεκμηρίωση μέσω πλάγιων εικόνων σε μνημεία, με ασφάλεια προκύπτει το συμπέρασμα ότι η χωρική συνέπεια και η ακρίβεια αποτύπωσης είναι θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την αξιοπιστία ακόμα και ενός digital twin [8]. Επιπλέον, με τη αυξανόμενη ανάπτυξη τεχνολογιών για μελέτη αρχαιολογικών χώρων μέσω κινητών συστημάτων και drones, εργαλεία που ενισχύουν την καταγραφή θα μπορέσουν να πάρουν την τεχνολογία των digital twin σε ακόμη ανώτερο επίπεδο[9].

  Η σύνθεση αυτών των τεχνικών και μεθοδολογιών αποδεικνύει ότι η τεχνολογική προσέγγιση των digital twins στην πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά προϋποθέτει διεπιστημονική συνεργασία, πρότυπα τεκμηρίωσης και συνεχή αξιολόγηση των επιλεγμένων εργαλείων.


[1] Τα Ιεραρχικά Πρότυπα Υποστήριξης Απόφασης (AHP – Analytic Hierarchy Process) είναι μια πολυκριτηριακή μέθοδος λήψης αποφάσεων, που χρησιμοποιείται για να αξιολογήσεις σύνθετα προβλήματα όταν εμπλέκονται πολλαπλά κριτήρια.

[2] Το BIM -Building Information Modeling (Μοντελοποίηση Πληροφοριών Κτιρίου) είναι μια μέθοδος που συνδυάζει τρισδιάστατη αναπαράσταση και πληροφοριακό περιεχόμενο για κάθε επιμέρους στοιχείο ενός τεχνικού έργου, καθιστώντας το μοντέλο χρήσιμο όχι μόνο για την απεικόνιση αλλά και για τη διαχείριση, τη συντήρηση και την τεκμηρίωση του κτιρίου.

Η εφαρμογή της τεχνολογίας των digital twins στην πολιτιστική κληρονομιά παρουσιάζει ποικιλομορφία ως προς τους στόχους, τις μεθόδους και τα τελικά αποτελέσματα. Το παρόν κεφάλαιο εξετάζει κριτικά τρεις επιλεγμένες πηγές που προέρχονται από διαφορετικά πεδία έρευνας και εφαρμογής της τεχνολογίας των digital twins στον χώρο της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η πρώτη μελέτη αφορά την ανάπτυξη ενός ψηφιακού διδύμου για ένα υπόγειο ελαιοτριβείο στην πόλη Gallipoli, στη νότια Ιταλία[1]. Το έργο βασίστηκε στη φωτογραμμετρική τεκμηρίωση του μνημείου και στη δημιουργία ενός τρισδιάστατου στερεοσκοπικού μοντέλου υψηλής ακρίβειας. Ιδιαίτερη καινοτομία αποτέλεσε η ενσωμάτωση λειτουργίας live-guided tour με δυνατότητες e-learning, διαδραστική πλοήγηση και αξιολόγηση γνώσης μέσω ενσωματωμένου LMS[1]. Ο επισκέπτης μπορεί να συμμετέχει ζωντανά σε μια εικονική ξενάγηση υπό την καθοδήγηση ξεναγού, σε ένα περιβάλλον προσβάσιμο και σε άτομα με περιορισμένη κινητικότητα. Η περίπτωση αυτή καταδεικνύει την πληθώρα δυνατοτήτων που προσφέρουν τα digital twins όταν συνδυάζονται με τεχνολογίες εμβύθισης, επικοινωνίας και εκπαίδευσης. Επομένως, η συγκεκριμένη πηγή αφορά μια εφαρμοσμένη μελέτη που συνδυάζει τεχνικές ψηφιακής τεκμηρίωσης.

Αν και είναι περιορισμένο το εύρος του έργου, η πηγή αποτυπώνει με σαφήνεια τη μεθοδολογική προσέγγιση, τεκμηριώνει την ακρίβεια των δεδομένων και προτείνει ένα πλαίσιο χρήσης που ενσωματώνει τον ψηφιακό πόρο σε μουσειακά και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Ωστόσο, η χρήση του όρου digital twin στη περίπτωση αυτή παραμένει περισσότερο περιγραφική και λιγότερο τεχνικά αιτιολογημένη, σε σύγκριση πάντα με άλλες. Δεν ενσωματώνει την αμφίδρομη ροή δεδομένων και ζωντανή παρακολούθηση που βλέπουμε σε άλλες μελέτες, παρ’ όλα αυτά, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση με επίκεντρο τη βιωματική επαφή με τον χώρο.

Η δεύτερη μελέτη προέρχεται από το Artemis Project, το οποίο μεταφέρει την έννοια του ψηφιακού διδύμου σε μεγαλύτερη κλίμακα, στοχεύοντας στην εφαρμογή της τεχνολογίας αυτής ακόμα και στη ψηφιακή διαχείριση ολόκληρων ιστορικών πόλεων [3]. Στο πλαίσιο του έργου αυτού, παρουσιάζεται η χρήση των digital twins σε μια εξελιγμένη μορφή “reactive twin”, που επιτρέπει τη διαρκή παρακολούθηση και πρόγνωση αλλαγών και προβλημάτων. Η καινοτομία του Artemis, βασίζεται σε ένα ευφυές περιβάλλον λήψης αποφάσεων, υποστηριζόμενο από αισθητήρες, αλγορίθμους ανάλυσης δεδομένων και εργαλεία πολεοδομικού σχεδιασμού. Το μοντέλο που προτείνεται εδώ δεν λειτουργεί τόσο ως απεικόνιση, αλλά περισσότερο ως εργαλείο πολιτιστικής διαχείρισης, προσφέροντας στρατηγικές πρόληψης φθορών, ανάδειξης πολιτιστικής συνέχειας και βιώσιμης αξιοποίησης. Η προσέγγιση του έργου συνδυάζει τεκμηρίωση, παρακολούθηση, προσομοίωση και διαχείριση. Δίνεται έμφαση στη διαλειτουργικότητα, στην ενεργό συμμετοχή πολιτών και στην υποστήριξη της λήψης αποφάσεων για τη διατήρηση των ιστορικών πόλεων. Φυσικά, η παρουσίαση του προγράμματος παραμένει προς το παρόν σε ένα αρχικό επίπεδο θεωρητικής και προγραμματικής σύλληψης χωρίς τεχνικά δεδομένα εφαρμογής ή αξιολογήσεις πεδίου. Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να περιορίζει την αξιοπιστία της από ερευνητική σκοπιά, καθώς, μπορεί να βρίσκεται ρε πρώιμο στάδιο, αλλά προσφέρει ένα πολύτιμο παράδειγμα στρατηγικής ανάπτυξης.

Η τρίτη και τελευταία περίπτωση προέρχεται από μια τεχνική μελέτη που παρουσιάζει την εφαρμογή της τεχνολογίας των digital twins στην τεκμηρίωση πολιτιστικών μνημείων, συγκεκριμένα στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Γάτων στη Κύπρο, με χρήση φωτογραμμετρίας, 3D σάρωσης και καταγραφικών αισθητήρων [10]. Η μεθοδολογική προσέγγιση επικεντρώνεται στην αποτύπωση της μορφολογίας μέσω SLR φωτογραφικών μηχανών και depth camera mapping, στη σύγκριση τεχνικών αποτύπωσης και στη δημιουργία αξιόπιστων τρισδιάστατων μοντέλων για τεκμηριωμένη συντήρηση. Εδώ, το digital twin λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο τεχνικής διαχείρισης, με στόχο την υποστήριξη των ειδικών σε θέματα καταγραφής και πρόληψης φθορών. Αν και απουσιάζει η διαδραστική διάσταση για το ευρύ κοινό, η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της τεχνικής τεκμηρίωσης και της αξιολόγησης των μεθόδων για την αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφιακών διδύμων στην πολιτιστική κληρονομιά.   Η πηγή ξεχωρίζει για την ακρίβεια στην περιγραφή των σταδίων επεξεργασίας, τη σύγκριση τεχνολογικών μέσων και την ποσοτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Σε αντίθεση με άλλες πηγές που εστιάζουν στη θεωρητική θεμελίωση ή στη σημασιολογική διάσταση, η συγκεκριμένη έρευνα προσεγγίζει το ζήτημα ως διαδικασία τεχνικής ωρίμανσης. Η βασική της αδυναμία εντοπίζεται στην περιορισμένη εκπαιδευτική εφαρμογή, καθώς απευθύνεται κυρίως σε τεχνικούς, αρχαιολόγους και επαγγελματίες συντήρησης.


[1] Το LMS είναι μια εφαρμογή λογισμικού που χρησιμοποιείται για τον προγραμματισμό, την παράδοση και την παρακολούθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Η σύγκριση των τριών αυτών περιπτώσεων αναδεικνύει τις πολλαπλές ταυτότητες που μπορεί να λάβει ένα ψηφιακό δίδυμο. Υπάρχει η βιωματική και παιδαγωγική ταυτότητα που υπάρχει στη περίπτωση του ελαιοτριβείου της Gallipoli, η στρατηγική και ερευνητική σε ένα μεγαλύτερο βαθμό ταυτότητα που παρατηρείται στο Artemis και η τεχνική που σαφέστατα επιδιώκει η τεκμηριωτική μελέτη του μοναστηριού στη Κύπρο. Η επιλογή τεχνολογιών, η αρχιτεκτονική των μοντέλων, το είδος των δεδομένων και ο τελικός χρήστης καθορίζουν κάθε φορά τον ρόλο του digital twin. Σε όλες τις περιπτώσεις, ωστόσο, διαπιστώνεται η κοινή ανάγκη για ακρίβεια, διαλειτουργικότητα και βιωσιμότητα, προκειμένου τα μοντέλα να διατηρήσουν τη λειτουργικότητά τους στο πέρασμα του χρόνου και να καταστούν ουσιαστικά εργαλεία διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Για να γίνει πιο κατανοητή η σύγκριση, στη περίπτωση του υπόγειου ελαιοτριβείου αντιπροσωπεύεται μια εφαρμογή μικρής κλίμακας, με στόχο την αποτύπωση, ερμηνεία και εκπαιδευτική αξιοποίηση ενός τοπικού μνημείου. Το έργο εστιάζει στην τρισδιάστατη απεικόνιση και τη σημασιολογική ενσωμάτωση αφηγηματικών και πολιτισμικών δεδομένων, επιτυγχάνοντας έτσι μια παρουσίαση διαφόρων μέσων[1]. Ωστόσο, δεν παρουσιάζει λειτουργίες δυναμικής παρακολούθησης, αμφίδρομης ροής δεδομένων ή συστήματα πρόβλεψης, και επομένως δεν περιέχει όλες τις προϋποθέσεις ενός πλήρους digital twin.

Αντίθετα, το Artemis Project στοχεύει στην ανάπτυξη ενός reactive digital twin ακόμα και για μεγάλα περιβάλλοντα ιστορικής σημασίας, ενσωματώνοντας τεκμηρίωση, ανάλυση, συμμετοχή πολιτών και υποστήριξη λήψης αποφάσεων [3]. Πρόκειται για μια προσέγγιση μεγάλης κλίμακας που λειτουργεί περισσότερο ως πλαίσιο στρατηγικής και όχι ως εφαρμογή σε συγκεκριμένη περίπτωση. Η πολυδιάστατη σύνθεσή του project καθιστά δύσκολη την πλήρη αξιολόγηση, ωστόσο αποτελεί σημαντικό πρότυπο για τον σχεδιασμό μελλοντικών πολυδιάστατων συστημάτων πολιτιστικής διαχείρισης.Τελευταία, η περίπτωση του Μοναστηριού του Αγίου Νικόλα, που προσφέρει ένα παράδειγμα τεχνολογικά ώριμης και μεθοδικής εφαρμογής. Το έργο χρησιμοποιεί φωτογραμμετρία με SLR κάμερες, 3D σάρωση μέσω laser scanning, καθώς και τεχνολογίες depth camera mapping για την τεκμηρίωση της μορφολογίας μνημείων [10]. Η μελέτη σε αυτή την περίπτωση, επικεντρώνεται στη σύγκριση της ακρίβειας και της αποδοτικότητας διαφορετικών τεχνικών καταγραφής, παρά σε ενσωμάτωση συστημάτων live παρακολούθησης. Σε αντίθεση με τις άλλες δύο περιπτώσεις, εδώ υπάρχει μεγαλύτερη εστίαση στην τεχνική αξιοπιστία και τη γεωμετρική συνέπεια των μοντέλων, ενώ η πολιτισμική ή κοινωνική διάσταση είναι λιγότερο ανεπτυγμένη.   Συνολικά, οι τρεις περιπτώσεις αναδεικνύουν τη δυνατότητα των digital twins να λειτουργούν ως τεκμηριωτικά, διαχειριστικά και επικοινωνιακά εργαλεία. Καμία προσέγγιση δεν καλύπτει πλήρως όλες τις διαστάσεις ενός “ιδανικού” digital twin, ωστόσο η μεταξύ τους σύγκριση φανερώνει τις διαφορετικές προτεραιότητες και δυνατότητες που μπορεί να έχει κάθε έργο, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται.

Η τεχνολογία των digital twins, αν και προερχόμενη από τον βιομηχανικό τομέα, έχει πλέον καθιερωθεί στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς, προσφέροντας νέες δυνατότητες στην τεκμηρίωση, τη διαχείριση και την προβολή του πολιτιστικού αποθέματος. Η βιβλιογραφική επισκόπηση και η ανάλυση επιλεγμένων περιπτώσεων έδειξε ότι πρόκειται για μια πολυδιάστατη και προσαρμόσιμη τεχνολογία, ικανή να εξυπηρετήσει τόσο τεχνικούς όσο και παιδαγωγικούς και διαχειριστικούς στόχους. Η ποικιλομορφία μεθόδων δεν αποτελεί αδυναμία, αντιθέτως μάλιστα, επιτρέπει τη δημιουργική προσαρμογή της τεχνολογίας στις ανάγκες κάθε φορέα, κάθε χώρου και κάθε χρήστη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, όπως στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και της επαυξημένης πραγματικότητας, μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην περεταίρω ανάπτυξη της σπουδαίας αυτής μεθόδου.

Από την άλλη πλευρά, όπως σε κάθε μέθοδο έρευνας και ανάδειξης του πολιτισμού και των αρχαιολογικών χώρων συγκεκριμένα, η εφαρμογή τους συνοδεύεται από προκλήσεις και όρια. Η τεχνική πολυπλοκότητα, η ανάγκη για διαλειτουργικά πρότυπα, η θεσμική κατοχύρωση και η προστασία των δεδομένων αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να παραλειφθούν. Η εμπιστοσύνη στα ψηφιακά δίδυμα, όπως επισημάνθηκε ήδη, εξαρτάται από την επάρκεια της τεκμηρίωσης, την διαφάνεια της κατασκευής και την ηθική χρήση των ψηφιακών αναπαραστάσεων [7]. Τονίζεται ότι το πεδίο της ψηφιοποίησης, απαιτεί την άμεση θέσπιση διεθνών προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών, προκειμένου να διασφαλιστούν ευαίσθητα δεδομένα [11].   Εν κατακλείδι, η παρούσα εργασία αναδεικνύει την πολυτροπική δυναμική των digital twins και την ανάγκη να αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως τεχνολογικά προϊόντα, αλλά ως πολιτιστικά φαινόμενα, τα οποία συγκροτούν νέες σχέσεις ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ανάμεσα στο υλικό και το άυλο, το φυσικό και το ψηφιακό.

1] Gabellone, F. (2022). Digital Twin: A New Perspective for Cultural Heritage Management and Fruition. Acta IMEKO, 11(1), 1–7.

[2] Niccolucci, F., & Felicetti, A. (2023). Digital Twin Models in Smart Heritage Management. Sensors, 23(3), 1583.

[3] Artemis Project. (2025). The Importance of Being Digital Twin.     https://www.artemis-twin.eu/the-importance-of-being-digital-twin/

[4] Grieves, M. (2003). Origins of the Digital Twin Concept. Florida Institute of Technology.

[5] Fuller, A., Fan, Z., Day, C., & Barlow, C. (2020). Digital Twin: Enabling Technologies, Challenges and Open Research. IEEE Access, 8, 108952–108971.

[6] El Saddik, A. (2018). Digital Twins: The Convergence of Multimedia Technologies. IEEE Multimedia, 25(2), 87–92.

[7] Sangiorgio, V., Martiradonna, S., Fatiguso, F., & Uva, G. (2021). Historical Masonry Churches Diagnosis Supported by an Analytic-Hierarchy-Process-Based Decision Support System. Acta IMEKO, 10(1), 6–14.

[8] Sammartano, G., Chiabrando, F., & Spanò, A. (2020). Oblique Images and Direct Photogrammetry with a Fixed Wing Platform: Results in Hierapolis of Phrygia. ISPRS Archives, XLIII-B2, 75–82.

[9] Spanò, A. (2020). Rapid Mapping Methods for Archaeological Sites. In IMEKO TC4 International Conference on Metrology for Archaeology and Cultural Heritage, Trento, Italy, 22–24 October 2020.

[10] Themistocleous, K., Evagorou, E., Mettas, C., & Hadjimitsis, D. G. (2022). The Use of Digital Twin Models to Document Cultural Heritage Monuments. Conference Paper, Cyprus University of Technology.

[11] Noardo, F. (2018). Architectural Heritage Semantic 3D Documentation in Multi-Scale Standard Maps. Journal of Cultural Heritage, 32, 156–165.