Της Χριστίνας Πετράκου
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται ολοένα και περισσότερο η ανάπτυξη και η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Στο πλαίσιο αυτό, η τηλεπισκόπηση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεθοδολογικές προσεγγίσεις, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον εντοπισμό, την καταγραφή και την ανάλυση αρχαιολογικών καταλοίπων.
Ορισμένες από τις βασικές λειτουργίες της στην αρχαιολογική έρευνα, είναι η συλλογή, η αποτύπωση και η τεκμηρίωση δεδομένων. Μέσω αυτών των λειτουργιών, επιτυγχάνεται ο εντοπισμός άγνωστων αρχαιολογικών θέσεων, η χαρτογράφηση τοπίων πολιτιστικού ενδιαφέροντος και η παρακολούθηση της διατήρησης μνημείων. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια μέθοδο η οποία βελτιώνει τον χρόνο έρευνας αλλά και το κόστος, ενώ επιτρέπει την πρόσβαση σε δυσπρόσιτες ή καλυμμένες από βλάστηση περιοχές, εφαρμόζοντας μη καταστροφικές μεθόδους [1]. Επίσης άξιο λόγου, είναι να αναφερθεί ό,τι ο συνδυασμός της τηλεπισκόπησης με άλλες μεθόδους όπως τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS) ή οι σύγχρονες τεχνολογίες τρισδιάστατης απεικόνισης (3D), ενισχύουν σημαντικά τη δυνατότητα ανάλυσης και ερμηνείας των αρχαιολογικών δεδομένων.
Σκοπός της παρούσας κριτικής επισκόπησης είναι η διερεύνηση και αξιολόγηση των βασικών εφαρμογών της τηλεπισκόπησης στην αρχαιολογία, από την ανίχνευση και καταγραφή αρχαιολογικών καταλοίπων έως τη συμβολή της στην παραγωγή τρισδιάστατων αναπαραστάσεων μέσω τεκμηριωμένων επιστημονικών πηγών. Συγκεκριμένα, θα εξετασθούν οι αρχές λειτουργίας της τηλεπισκόπησης, οι εφαρμογές της στην ανίχνευση και χαρτογράφηση αρχαιολογικών θέσεων και η συνδυαστική χρήση της με σύγχρονες πρακτικές τρισδιάστατης αναπαράστασης και ψηφιακής τεκμηρίωσης.
Για τη συγκέντρωση του υλικού πραγματοποιήθηκε αναζήτηση επιστημονικών πηγών σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων και ακαδημαϊκές μηχανές αναζήτησης. Η επιλογή της βιβλιογραφίας βασίστηκε σε κριτήρια όπως η επιστημονική εγκυρότητα των δημοσιεύσεων, η συνάφεια με το αντικείμενο της έρευνας, η χρονολογία έκδοσης και η συμβολή τους στην εξέλιξη των μεθόδων τηλεπισκόπησης στην αρχαιολογία.
Ορισμός και βασικές αρχές της τηλεπισκόπησης
Στο σύνολο, ως τηλεπισκόπηση μπορεί να οριστεί η συλλογή και η ερμηνεία πληροφοριών σχετικά με ένα σώμα, ένα αντικείμενο ή μια περιοχή χωρίς να υπάρχει άμεση επαφή με αυτά. Καθοριστικό ρόλο για την επίτευξη αυτής της διαδικασίας διαδραματίζουν τα αεροσκάφη και οι δορυφόροι όπου μέσω των αισθητήρων που τοποθετούνται πάνω σε αυτά, μετράται η ενέργεια που προέρχεται από το ανακλώμενο ηλιακό φως, την ακτινοβολία της Γης ή από τεχνητές πηγές, όπως τα λέιζερ και τα ραντάρ, δημιουργώντας μια εικόνα του τοπίου που βρίσκεται κάτω από αυτά [2].
Προάγγελος της συγκεκριμένης επιστήμης αποτέλεσε η αεροφωτογράφιση από εναέριες κατασκευές όπως τα αεροσκάφη, τα αερόστατα και οι χαρταετοί. Ωστόσο με την εξέλιξη των τεχνολογιών, κατέστη δυνατή η συλλογή πληροφοριών από μήκη κύματος όπως το εγγύς υπέρυθρο, το θερμικό υπέρυθρο και τα μικροκύματα. Ακόμα, η ανάπτυξη των επανδρωμένων και μη επανδρωμένων δορυφόρων, ενίσχυσε την συλλογή πληροφοριών η οποία προέρχεται από μεγάλο αριθμό ζωνών μήκους κύματος, δημιουργώντας πολυφασματικά ή υπερφασματικά δεδομένα [3].
Δορυφορικές εικόνες
Οι δορυφορικές εικόνες αποτελούν δεδομένα που προέρχονται από παθητικούς αισθητήρες δορυφόρων, οι οποίοι «μετρούν» την ανακλώμενη ή εκπεμπόμενη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που προέρχεται από την επιφάνεια της Γης. Στην αρχαιολογική έρευνα, οι δορυφορικές εικόνες, παρέχουν τη δυνατότητα παρατήρησης μεγάλων γεωγραφικών περιοχών και συμβάλλουν στην αναγνώριση πιθανών αρχαιολογικών θέσεων μέσω διαφορών στη βλάστηση, στο έδαφος και στη μορφολογία του τοπίου. Μάλιστα μέσω της ανάλυσης πολυφασματικών και υπέρυθρων δεδομένων, είναι δυνατό να εντοπιστούν ενδείξεις υπόγειων καταλοίπων, καθώς η παρουσία αρχαιολογικών δομών επηρεάζει τη σύσταση και την υγρασία του εδάφους.
Σύμφωνα με τον Kempf (2019), η ενσωμάτωση πολυφασματικών δορυφορικών εικόνων (Landsat, Sentinel-2), δεδομένων SAR και τα εκάστοτε περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής, επιτρέπει την ανασύνθεση παλαιοτοπίων και την εκτίμηση πιθανών ζωνών ανθρώπινης δραστηριότητας. Επιπλέον η σύγκριση ιστορικών χαρτών και σύγχρονων δορυφορικών εικόνων, σε συνδυασμό με την εφαρμογή δεικτών όπως ο NDVI και την ανάλυση SAR εικόνων, δύναται να εντοπίσει διάφορες περιβαλλοντικές μεταβολές [4].
Παράδειγμα αποτελεί η περιοχή της κοιλάδας του ποταμού Nasca, όπου οι ερευνητές εφάρμοσαν μια διαδικασία ενίσχυσης, φιλτραρίσματος και ανάλυσης προτύπων δορυφορικών δεδομένων με σκοπό να εντοπίσουν αρχαιολογικά κατάλοιπα οικισμού, κοντά στο τελετουργικό κέντρο της Cahuachi. Ο οικισμός αυτός δεν ήταν ορατός στην επιφάνεια του εδάφους και εντοπίστηκε μέσω ψηφιακής ανάλυσης των δορυφορικών δεδομένων [5].
Αεροφωτογραφίες
Μια ακόμα αποδοτική μέθοδος τηλεπισκόπησης η οποία εφαρμόζεται εκτενώς στην αρχαιολογική έρευνα, είναι οι αεροφωτογραφίες οι οποίες αποτελούν και την πιο πρώιμη μέθοδο τηλεπισκόπησης. Οι αεροφωτογραφίες, λαμβάνονται κυρίως μέσω παθητικών αισθητήρων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι πάνω αεροσκάφη, drones (UAVs), και παρέχουν υψηλής ανάλυσης εικόνες της επιφάνειας του εδάφους.
Μέσω της αεροφωτογράφισης μπορούν να αναγνωριστούν χαρακτηριστικά όπως ίχνη καλλιεργειών (crop marks), διαφοροποιήσεις στο χρώμα του εδάφους (soil marks) και μικροαναγλυφίες που υποδηλώνουν την ύπαρξη αρχαιολογικών καταλοίπων. Ακόμα μέσω αυτών, επιτυγχάνεται η τεκμηρίωση και η αποτύπωση αρχαιολογικών χώρων καθώς και η μελέτη διαχρονικών μεταβολών του τοπίου, αφού μέσω της σύγκρισης ιστορικών και σύγχρονων λήψεων καθίσταται δυνατή η ανίχνευση αλλαγών, όπως η αστικοποίηση, η επέκταση των καλλιεργειών και οι μεταβολές στη χρήση της γης.
Στην περιοχή του Tavoliere di Puglia, στη Νότια Ιταλία, κατέστη δυνατή η αρχαιολογική έρευνα των προϊστορικών οικισμών του, μέσω της ανάλυσης αρχαιολογικών ιχνών σε ιστορικές και σύγχρονες αεροφωτογραφίες, τόσο κατακόρυφες (εικόνες IGM των ετών 1954 και 1955, φωτογραφίες IRTA, AM και RAF, έγχρωμες ορθοφωτογραφίες). Η ανάλυση των οποίων ανέδειξε σημαντικά παραδείγματα αρχαιολογικών ενδείξεων που σχετίζονται με την τοπογραφική οργάνωση των οικισμών, οι οποίοι ορίζονται από μία ή περισσότερες τάφρους που περιέχουν συστάδες κατασκευών με διαφορετική πυκνότητα.
Οι οικισμοί αυτοί εντοπίζονται κυρίως κοντά σε υδάτινα ρεύματα (συχνά αποξηραμένα), σε μεσοποτάμιες περιοχές ή σε χαμηλά πλατώματα και πρανή. Στο δυτικό τμήμα της περιοχής εμφανίζονται λιγότεροι προϊστορικοί οικισμοί, κυρίως σε ήπιες εξάρσεις του εδάφους κοντά σε σύγχρονες αγροικίες. Επίσης η ερμηνεία των ορατών ιχνών, η γεωαναφορά τους και η χαρτογραφική τους απόδοση, σε συνδυασμό με την τοπογραφική έρευνα, συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανασύνθεση της εγκατάστασης και της εξέλιξης των προϊστορικών οικισμών [6].
LiDAR και προηγμένες τεχνολογίες απεικόνισης
Τα τελευταία χρόνια, σημαντικά αποτελέσματα στην αρχαιολογική έρευνα έχουν σημειωθεί με την βοήθεια του LiDAR (Light Detection and Ranging. Το LiDAR, ως ενεργητική τεχνολογία τηλεπισκόπησης, χρησιμοποιεί παλμούς λέιζερ για τη μέτρηση αποστάσεων από την επιφάνεια της Γης. Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά του είναι η δυνατότητα «διείσδυσης» μέσα από πυκνή βλάστηση, επιτρέποντας την αποκάλυψη κρυμμένων μορφολογικών χαρακτηριστικών, όπως αναβαθμίδες, δρόμοι ή οικιστικά κατάλοιπα που δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι. Με αυτόν τον τρόπο έχει συμβάλλει καθοριστικά στην αποκάλυψη εκτεταμένων αρχαιολογικών τοπίων, ιδιαίτερα σε δασώδεις περιοχές [7].
Έρευνες που πραγματοποιήσαν drone-based LiDAR σε περιοχές όπως η Χαβάη, το Κολοράντο και το New Hampshire, εντόπισαν πλήθος αρχαιολογικών χαρακτηριστικών, ακόμη και σε περιοχές με πυκνή βλάστηση όπου η επιφανειακή έρευνα ήταν αρκετά δύσκολη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συγκεκριμένη μέθοδος τηλεπισκόπησης, δύναται να αποκαλύψει αρχαιολογικές δομές σε μεγάλη κλίμακα, ενώ ταυτόχρονα επισήμανε και τις τεχνικές προκλήσεις που σχετίζονται με την επεξεργασία των δεδομένων [8].
Αντίστοιχα, στην περιοχή της ηπειρωτική Ελλάδα, πρόσφατη έρευνα με χρήση επίσης με χρήση LiDAR, εντόπισε είχε αρχαιολογικά κατάλοιπα σε περιοχές με πυκνή βλάστηση. Επιπλέον καταγράφηκαν τοπογραφικές ανωμαλίες και αρχιτεκτονικές δομές που είχαν ήδη εντοπιστεί από προηγούμενες ανασκαφές όπως φαίνεται στις εικόνες που ακολουθούν [9].
Ψηφιακή απεικόνιση και τριδιάστατη ανακατασκευή (3D) στην αρχαιολογία
Σύμφωνα με τους Ngo και Nguyen (2026), η αξιοποίηση τηλεπισκοπικών γεωχωρικών δεδομένων στην αρχαιολογική έρευνα, μπορεί να δώσει τρισδιάστατες (3D) αναπαραστάσεις. Τεχνολογίες όπως το LiDAR και οι αεροφωτογραφίες από UAVs καταγράφουν με μεγάλη ακρίβεια την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας πυκνά νέφη σημείων (point clouds) και υψομετρικά δεδομένα. Από τα δεδομένα αυτά παράγονται ψηφιακά μοντέλα εδάφους (2D), (Digital Terrain Models – DTM) και ψηφιακά μοντέλα επιφάνειας (Digital Surface Models – DSM), τα οποία αποτυπώνουν τη μορφολογία του τοπίου με υψηλή λεπτομέρεια.
Μέσω μιας διαδικασίας ψηφιακής ανακατασκευής, τα υψομετρικά δεδομένα που προέρχονται από τα DTM και DSM μετατρέπονται σε τρισδιάστατες οπτικοποιήσεις του τοπίου. Αρχικά, τα δεδομένα οργανώνονται σε μορφή πλέγματος (grid), όπου κάθε σημείο της επιφάνειας αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη τιμή υψομέτρου. Στη συνέχεια, τα σημεία αυτά συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας γεωμετρικές επιφάνειες (mesh), οι οποίες αποδίδουν το ανάγλυφο του εδάφους σε συνεχή μορφή.
Ακολούθως, το γεωμετρικό αυτό μοντέλο εμπλουτίζεται με οπτικές πληροφορίες (textures), οι οποίες προέρχονται από δορυφορικές ή αεροφωτογραφικές εικόνες, ώστε να αποδοθεί ρεαλιστική απεικόνιση της επιφάνειας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα ψηφιακό τρισδιάστατο μοντέλο, το οποίο επιτρέπει την οπτικοποίηση και την ανάλυση του αρχαιολογικού τοπίου σε τρεις διαστάσεις, προσφέροντας καλύτερη κατανόηση της μορφολογίας και της χωρικής του οργάνωσης [10].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω τεχνικών στην αρχαιολογική έρευνα, αποτελεί η αρχαιολογική έρευνα στο κάστρο της Almenara στην Ισπανία. Στη συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιήθηκαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs) εξοπλισμένα με διαφορετικούς αισθητήρες RGB υψηλής ανάλυσης και συστήματα εντοπισμού θέσης RTK, με στόχο την παραγωγή ακριβών τρισδιάστατων μοντέλων του αρχαιολογικού χώρου. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν μέσω αεροφωτογραφιών επεξεργάστηκαν με φωτογραμμετρικές μεθόδους με σκοπό τη δημιουργία πυκνών νεφών σημείων (point clouds). Από αυτά προέκυψαν ψηφιακά μοντέλα επιφάνειας (DSM) και τρισδιάστατες αναπαραστάσεις του μνημείου. Ακόμα, η χρήση διαφορετικών τύπων πτήσεων (nadir, oblique και SmartOblique) επέτρεψε την κάλυψη δύσκολων γεωμετρικών περιοχών, όπως οι υψηλοί τοίχοι του κάστρου, οι οποίοι δημιουργούν σημαντικές σκιάσεις και οπτικές αποκρύψεις.
Η σύγκριση μεταξύ UAV χαμηλότερης ανάλυσης (DJI Phantom 4) και UAV υψηλής ακρίβειας με RTK σύστημα (Matrice 300 RTK με Zenmuse P1) έδειξε σημαντικές διαφορές τόσο στην πυκνότητα των νεφών σημείων όσο και στην ακρίβεια των τελικών 3D μοντέλων. Συγκεκριμένα, το σύστημα RTK παρείχε σημαντικά υψηλότερη γεωμετρική ακρίβεια και μεγαλύτερη πυκνότητα δεδομένων, οδηγώντας σε πιο λεπτομερείς και αξιόπιστες αναπαραστάσεις του αρχαιολογικού χώρου [11].
Βασικές τάσεις και θεωρητικές προσεγγίσεις
Σε διεθνές επίπεδο οι αρχαιολογικές έρευνες καταδεικνύουν ότι η τηλεπισκόπηση συμβάλει ουσιαστικά στον εντοπισμό άγνωστων αρχαιολογικών καταλοίπων, μεταβάλλοντας διευρύνοντας την κλίμακα και τη μεθοδολογία της αρχαιολογικής έρευνας. Ιδιαίτερα μέσω δορυφορικών δεδομένων και εναέριων καταγραφών, κατέστη δυνατή η συστηματική διερεύνηση εκτεταμένων περιοχών, οδηγώντας στην αναγνώριση χωρικών προτύπων που δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν με παραδοσιακές μεθόδους [12].
Μελέτες έχουν δείξει ότι διαφοροποιήσεις στη βλάστηση και στο έδαφος μπορούν να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι δείκτες για την ύπαρξη αρχαιολογικών καταλοίπων, ιδιαίτερα σε αγροτικά τοπία [13]. Παράλληλα, η εφαρμογή προηγμένων τεχνολογιών, όπως η ανάλυση πολυφασματικών δεδομένων, έχει βελτιώσει την ικανότητα εντοπισμού λεπτών διαφοροποιήσεων στο τοπίο. Η βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι τέτοιες μέθοδοι μπορούν να αποκαλύψουν αρχαιολογικά ίχνη ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν εμφανείς οπτικές ενδείξεις [14]. Παράλληλα, παρατηρείται αυξανόμενη χρήση τρισδιάστατων μοντέλων για την αναπαράσταση και ανάλυση αρχαιολογικών δεδομένων. Τα 3D μοντέλα επιτρέπουν όχι μόνο την οπτικοποίηση, αλλά και τη χωρική ανάλυση, ενισχύοντας την κατανόηση της σχέσης μεταξύ φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος [15].
Παρά τη ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών τηλεπισκόπησης και τη διεύρυνση των εφαρμογών τους στην αρχαιολογία, η χρήση τους δεν είναι απαλλαγμένη από περιορισμούς και προκλήσεις. Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων αυτών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως οι περιβαλλοντικές συνθήκες, η μορφολογία του τοπίου, η ποιότητα και η ανάλυση των δεδομένων, αλλά και ο τρόπος ερμηνείας τους από τους ερευνητές. Επιπλέον, η επεξεργασία τηλεπισκοπικών δεδομένων απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό, προηγμένο λογισμικό και υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, γεγονός που συχνά περιορίζει την εφαρμογή τους σε μικρότερες ερευνητικές ομάδες ή έργα με περιορισμένους πόρους.
Σύμφωνα με τις προαναφερθέντες έρευνες, στην περιοχή της κοιλάδας του ποταμού Nasca στο Περού, η χρήση δορυφορικών εικόνων και LiDAR συνέβαλε σημαντικά στον εντοπισμό γεωγλυφικών σχηματισμών και στην παρακολούθηση των απειλών που δέχονται οι γραμμές Nazca. Ωστόσο, οι έρευνες έδειξαν ότι τα δεδομένα επηρεάζονται από φυσικούς και ανθρωπογενείς παράγοντες, όπως οι πλημμύρες, η διάβρωση και οι παρεμβάσεις του οδικού δικτύου, γεγονός που δυσκολεύει την ακριβή αποτύπωση και προστασία των γεωγλυφικών μορφών.
Αντίστοιχα, στην περιοχή του Tavoliere di Puglia στη Νότια Ιταλία, παρόλο που η αεροφωτογραφία αποτέλεσε βασικό εργαλείο για την αναγνώριση νεολιθικών οικισμών. Πολλά αρχαιολογικά ίχνη δεν ήταν πλέον ορατά στις σύγχρονες αεροφωτογραφίες λόγω γεωργικών δραστηριοτήτων, αλλαγών στο τοπίο και διάβρωσης του εδάφους. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε απαραίτητος ο συνδυασμός ιστορικών αεροφωτογραφιών με επιτόπια έρευνα πεδίου.
Ακόμα, κάποιοι περιορισμοί καταγράφηκαν και στις έρευνες drone-based LiDAR που πραγματοποιήθηκαν σε περιοχές όπως η Χαβάη, το Κολοράντο και το New Hampshire. Οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι η χρήση drone-based LiDAR απαιτεί πολύπλοκο εξοπλισμό, εξειδικευμένο λογισμικό και υψηλό κόστος επεξεργασίας δεδομένων. Παράλληλα, οι πτήσεις επηρεάζονται από την τοπογραφία, τις καιρικές συνθήκες και την πυκνή βλάστηση, ενώ η διαχείριση και ανάλυση των νεφών σημείων (point clouds) παραμένει ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία.
Παρόμοια προβλήματα εντοπίστηκαν και στην περιοχή της Ηπείρου, όπου πρόσφατες έρευνες LiDAR ανέδειξαν νέες δυνατότητες στην ανίχνευση αρχαιολογικών δομών κάτω από πυκνή βλάστηση. Ωστόσο, η ορεινή μορφολογία του τοπίου, η έντονη δασική κάλυψη και η ανάγκη εξειδικευμένης επεξεργασίας των δεδομένων δυσχέραναν την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η αναγνώριση μορφολογικών ανωμαλιών δεν οδηγεί πάντοτε με βεβαιότητα σε αρχαιολογικά συμπεράσματα, καθώς πολλές φυσικές γεωμορφές μπορεί να παρερμηνευθούν ως ανθρωπογενείς κατασκευές.
Στην περίπτωση του κάστρου της Almenara στην Ισπανία, η ενσωμάτωση τηλεπισκοπικών δεδομένων και φωτογραμμετρικών τεχνικών για την παραγωγή τρισδιάστατων μοντέλων ανέδειξε επίσης περιορισμούς που σχετίζονται με την ακρίβεια των αναπαραστάσεων. Οι ερευνητές αντιμετώπισαν δυσκολίες λόγω της κατάστασης διατήρησης του μνημείου, των σκιών που δημιουργούσε η μορφολογία του χώρου και της ανάγκης συνδυασμού διαφορετικών τύπων δεδομένων για τη δημιουργία αξιόπιστου 3D μοντέλου.
Συμπεράσματα
Η ανάλυση της βιβλιογραφίας καταδεικνύει ότι η τηλεπισκόπηση έχει επιφέρει σημαντικό μετασχηματισμό στην αρχαιολογική έρευνα, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την αποσπασματική καταγραφή μεμονωμένων θέσεων προς την ολιστική ανάλυση του πολιτιστικού τοπίου. Η δυνατότητα καταγραφής εκτεταμένων περιοχών με υψηλή ακρίβεια επιτρέπει την αναγνώριση χωρικών προτύπων και τη διατύπωση νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων σχετικά με την οργάνωση των αρχαίων κοινωνιών.
Ιδιαίτερα, η ενσωμάτωση δεδομένων LiDAR σε τρισδιάστατα μοντέλα έχει ενισχύσει σημαντικά την κατανόηση της σχέσης μεταξύ φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Μέσω των 3D αναπαραστάσεων, οι ερευνητές έχουν τη δυνατότητα να αναλύουν το τοπίο με δυναμικό τρόπο, εξετάζοντας παραμέτρους όπως η ορατότητα, η κίνηση και η χωρική οργάνωση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των μεθόδων αυτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των δεδομένων και την ορθή ερμηνεία τους.
Η παρούσα εργασία ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της τηλεπισκόπησης στη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμβολή του LiDAR και των τρισδιάστατων αναπαραστάσεων. Τα ευρήματα της βιβλιογραφίας καταδεικνύουν ότι οι τεχνολογίες αυτές έχουν επεκτείνει σημαντικά τις δυνατότητες εντοπισμού και ανάλυσης αρχαιολογικών καταλοίπων, επιτρέποντας τη μελέτη εκτεταμένων πολιτιστικών τοπίων με μη επεμβατικό τρόπο.
Συνολικά, η τηλεπισκόπηση, και ειδικότερα το LiDAR, αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο που έχει μετασχηματίσει την αρχαιολογική πρακτική. Ωστόσο, η μελλοντική έρευνα καλείται να εστιάσει όχι μόνο στην περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και στη βελτίωση των μεθόδων ερμηνείας, προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες που προσφέρουν οι ψηφιακές τεχνολογίες [16].
Βιβλιογραφία
[1] Rokos D., (1988), Photointerpretation – Remote sensing, Remote Sensing Laboratory, Department of Surveying, School of Rural and Surveying Engineering, National Technical University of Athens, Athens
[2] Richards J., A., (2022), Remote Sensing Digital Image Analysis, 6th Edition, Routledge
[3] Cowley D.C. και Stichelbaut B., (2012), Historic aerial photographic archives for European archaeology, European Journal of Archaeology, 15(2), 217–236
[4] Kempf M., (2019), The application of GIS and satellite imagery in archaeological land-use reconstruction: A predictive model? Journal of Archaeological Science: Reports, 25, 116–128.
[5] Lasaponara R. και Masini N., (2011), Satellite remote sensing in archaeology: Past, present and future perspectives, Journal of Archaeological Science, 38(9), 1995–2002. https://doi.org/10.1016/j.jas.2011.02.002
[6] Gentile P., (2016), Neolithic settlements of the Tavoliere di Puglia (Foggia, southern Italy): Topographic analysis, interpretation and restitution of archaeological traces in aerial photographs, In Proceedings of the Landscape Archaeology Conference. https://doi.org/10.5463/lac.2014.34
[7] Schindling J. και Gibbes C. (2014), LiDAR as a tool for archaeological research: A case study, Archaeological and Anthropological Sciences, 6(4), 411–423. https://doi.org/10.1007/s12520-014-0178-3
[8] Casana J., Elise J. Laugier, Austin Chad Hill, Kelsey M. Reese, Ferwerda C., Mark D. McCoy, & Thegn Ladefoged (2021), Exploring archaeological landscapes using drone-acquired lidar: Case studies from Hawai’i, Colorado, and New Hampshire, USA, Journal of Archaeological Science: Reports, 39, 103133. https://doi.org/10.1016/j.jasrep.2021.103133
[9] Abate Ν., Roubis D., Aggeli A., Sileo M., Minervino Amodio A., Vitale V., Frisetti A., Danese M., Arzu P., Sogliani F., Lasaponara R., και Masini N., (2025), An open-source machine learning–based methodological approach for processing high-resolution UAS LiDAR data in archaeological contexts: A case study from Epirus, Greece. Archaeological and Anthropological Sciences. https://doi.org/10.1007/s10816-025-09706-8
[10] Ngo H. και Nguyen T., (2026), A comparative study of 2D and 3D LiDAR technologies in the industrial applications of autonomous navigation, FME Transactions, 54(1), pp. 146–158. https://www.researchgate.net/publication/400769787_A_comparative_study_of_2D_and_3D_LiDAR_technologies_in_the_industrial_applications_of_autonomous_navigation
[11] López-Herrera, J., Cuervo, S.L., Pérez-Martín, E., Maté-González, M.Á., Vara Izquierdo, C., Martínez Peñarroya, J. and Herrero-Tejedor, T.R. (2025), Evaluation of 3D Models of Archaeological Remains of Almenara Castle Using Two UAVs with Different Navigation Systems. Heritage, 8(1), 22. https://doi.org/10.3390/heritage8010022
[12] Parcak S. H., 2009, SATELLITE REMOTE SENSING FOR ARCHAEOLOGY, Routledge.
[13] Bewley, R., Crutchley, S., καιL Shell, C. (2005). New light on an ancient landscape: LiDAR survey in the Stonehenge landscape. English Heritage.
[14] Lasaponara, R., & Masini, N. (2011). Satellite remote sensing in archaeology: Past, present and future perspectives. Journal of Archaeological Science, 38(9), 1995–2002. https://doi.org/10.1016/j.jas.2011.02.002
[15] Chase, A. F., Chase, D. Z., Fisher, C. T., Leisz, S. J., & Weishampel, J. F. (2012). Geospatial revolution and remote sensing LiDAR in Mesoamerican archaeology. Proceedings of the National Academy of Sciences, 109(32), 12916–12921. https://doi.org/10.1073/pnas.1205198109
[16] Balla, A., Pavlogeorgatos, G., Tsiafaki, D., & Pavlidis, G. (2014). Recent advances in archaeological predictive modeling for archaeological research and cultural heritage management. Mediterranean Archaeology and Archaeometry, 14(4), 143–153.